λάσπη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λάσπη λάσπες
γενική λάσπης λασπών
αιτιατική λάσπη λάσπες
κλητική λάσπη λάσπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λάσπη < αβέβαιης ετυμολογίας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈla.spi/
αγόρι που παίζει με τη λάσπη
(φωτο: David K)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λάσπη θηλυκό

  1. μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής
  2. μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (π.χ. τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό
    συνώνυμα: χαρμάνι
  3. το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμάνα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό
  4. (μεταφορικά) η μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν
    συνώνυμα: πολτός, χυλός
  5. (μεταφορικά) η συκοφαντία
  6. (μεταφορικά) η ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή
    συνώνυμα: βούρκος, διαφθορά, κατάπτωση, ξεπεσμός

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κόβω λάσπη : φεύγω γρήγορα και κρυφά, το σκάω
  • είμαι λάσπη: δεν κάνω τίποτα, από κούραση, εξάντληση ή βαρεμάρα

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]