ασβέστης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασβέστης < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἄσβεστος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /az.ˈvɛ.stis/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασβέστης αρσενικό και λόγιο άσβεστος

  • υλικό λευκού χρώματος που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για βάψιμο και απολύμανση επιφανειών (τοίχων, πεζοδρομίων)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]