ασβέστης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασβέστης < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική ἄσβεστος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /az.ˈvɛ.stis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ασβέστης αρσενικό και λόγιο άσβεστος

  1. υλικό λευκού χρώματος που χρησιμοποιείται ως οικοδομικό υλικό ή για βάψιμο και απολύμανση επιφανειών (τοίχων, πεζοδρομίων)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ψευδόφιλες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]