άσβεστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άσβεστος < α- (στερητικό) + σβεσ- ( < σβέννυμι) + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

άσβεστος, -η, -ο

  • που δε σβήνει ποτέ
άσβεστη φλόγα
άσβεστο πυρ
άσβεστο μίσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

άσβεστος θηλυκό

  1. (λόγιο) ο ασβέστης


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]