ασβεστόλιθος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | ασβεστόλιθος | οι | ασβεστόλιθοι |
| γενική | του | ασβεστόλιθου & ασβεστολίθου |
των | ασβεστόλιθων & ασβεστολίθων |
| αιτιατική | τον | ασβεστόλιθο | τους | ασβεστόλιθους & ασβεστολίθους |
| κλητική | ασβεστόλιθε | ασβεστόλιθοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ασβεστόλιθος, ήδη από το 1874 ως ἀσβεστόλιθος[1] < άσβεστ(ος) + -ό- + λίθος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική calcaire[2][3] < λατινική calcarius < calx)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /a.zveˈsto.li.θos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐σβε‐στό‐λι‐θος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]ασβεστόλιθος αρσενικό
- (ορυκτολογία) ιζηματογενές ορυκτό πέτρωμα, αποτελούμενο κατά 50% από ασβεστίτη. Το χρώμα του ποικίλει και χρησιμοποιείται κυρίως για την παρασκευή τσιμέντου
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ἀσβεστόλιθος - ασβεστόλιθος, σελ.165, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
- ↑ ασβεστόλιθος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ασβεστόλιθος - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)