κατακάθι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατακάθι κατακάθια
γενική κατακαθιού κατακαθιών
αιτιατική κατακάθι κατακάθια
κλητική κατακάθι κατακάθια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατακάθι < κατακάθομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατακάθι ουδέτερο

  1. η στερεά ουσία που παραμένει αδιάλυτη σε ένα υγρό και συγκεντρώνεται (κατακάθεται) στον πυθμένα του δοχείου που περιέχει το διάλυμα
  2. (μεταφορικά) άνθρωπος τιποτένιος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]