Μετάβαση στο περιεχόμενο

λασπόλουτρο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λασπόλουτρο τα λασπόλουτρα
      γενική του λασπόλουτρου των λασπόλουτρων
    αιτιατική το λασπόλουτρο τα λασπόλουτρα
     κλητική λασπόλουτρο λασπόλουτρα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Λασπόλουτρο

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
λασπόλουτρο < λάσπη + -ό- + -λουτρο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

λασπόλουτρο ουδέτερο

  • ιαματικό λουτρό μέσα σε λάσπη
      Λασπόλουτρα μ' ἔστειλες νὰ κάνω ἢ ἡλιόλουτρα; Ἰλυόλουτρα. --Ἔμ τότε τί λάσπες μοῦ κρένεις; - Γιατὶ ἔπρεπε τά ἰλυόλουτρα νὰ τὰ κάνεις στὴ λάσπη . – ̓́Αμ τότε τί ἡλιόλουτρα θὰ ̓ταν , ἀφοῦ θὰ ̓κανα λασπόλουτρα; ...Διότι ! ... ( συνεχίζει καὶ πιὸ κορδωμένος ὁ φοιτητής ) τὸ « ἥλι- ος » γράφεται τὸ «η» μὲ ἦτα καὶ τὸ «λὶ» μὲ γιώτα ! Ὄχι τὸ « ι » μὲ γιώτα καὶ τὸ « λί » μὲ ὕψιλον (Μενέλαος Λουντέμης, Καληνύχτα Ζωή, 1965, σελ. 178)
      Μου διηγιόταν πως όλο το πρωί καθότανε με τη νταντά στη βεράντα του ξενοδοχείου και περιμένανε τη γιαγιά, που πήγαινε να κάνει λασπόλουτρα και πασαλειβότανε λάσπη μέχρι τον λαιμό για να της περάσουν οι ρευματισμοί. (Άλκη Ζέη, Η μωβ ομπρέλα, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]