Πηλεύς
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | Πηλεύς | οἱ | Πηλεῖς - Πηλῆς* |
| γενική | τοῦ | Πηλέως | τῶν | Πηλέων |
| δοτική | τῷ | Πηλεῖ | τοῖς | Πηλεῦσῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | Πηλέᾱ | τοὺς | Πηλέᾱς |
| κλητική ὦ! | Πηλεῦ | Πηλεῖς - Πηλῆς* | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Πηλῆ1 ή Πηλεῖ2 | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | Πηλέοιν | ||
| * αττικός τύπος 1 όπως στη Γραμματική του Smyth 2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου. | ||||
| 3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
| επική κλίση | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | Πηλεύς | οἱ/τοὶ | Πηλεῖς | ||||
| γενική | τοῦ/τοῖο | Πηλῆος Πηλέος |
τῶν | Πηλέων | ||||
| δοτική | τῷ | Πηλῆϊ Πηλέϊ |
τοῖς/τοῖσι(ν) | Πηλεῦσῐ(ν) | ||||
| αιτιατική | τὸν | Πηλέᾱ Πηλῆα |
τοὺς | Πηλέᾱς | ||||
| κλητική ὦ! | Πηλεῦ | Πηλεῖς | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | Πηλῆ1 ή Πηλεῖ2 | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖιν | Πηλέοιν | ||||||
| * αττικός τύπος 1 όπως στη Γραμματική του Smyth 2 όπως στη Γραμματική Γυμνασίου-Λυκείου Οικονόμου. | ||||||||
| 3η κλίση, ομάδα 'βασιλεύς', Κατηγορία 'βασιλεύς' όπως «βασιλεύς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Πηλῆος
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- Πηλεύς < → λείπει η ετυμολογία
Κύριο όνομα
[επεξεργασία]Πηλεύς αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Πηλείδης και επικός τύπος Πηλεΐδης, Πηληϊάδης και αιολικός τύπος Πηλεΐδας
- Πήλειος και επικός τύπος Πηλήϊος
- Πηλείων
→ και δείτε τη λέξη Πήλιον (το βουνό)
Πηγές
[επεξεργασία]- Πηλεύς - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- Πηλεύς - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα που κλίνονται όπως το 'βασιλεύς' (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα αρσενικά οξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις οξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με επικές κλίσεις (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες - ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Κύρια ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Ανδρικά ονόματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)