μπούφος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπούφος μπούφοι
γενική μπούφου μπούφων
αιτιατική μπούφο μπούφους
κλητική μπούφε μπούφοι
2η κλητική ενικού: μπούφο

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

μπούφος < μεσαιωνική ελληνική μποῦφος / βοῦφος < ιταλική bufo

Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ˈbu.fɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό

Mπούφος

μπούφος αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) είδος νυχτόβιου αρπακτικού πουλιού (Bubo bubo) που συγγενεύει με την κουκουβάγια. Είναι το μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί, με ύψος που φτάνει τα 70 εκατοστά. Φωλιάζει σε τρύπες βράχων ή κουφάλες δέντρων και κυνηγάει το σούρουπο και την αυγή, θηλαστικά και πουλιά.
  2. (μεταφορικά) ο βλάκας, ο κουτός, ο χαζός, ο ηλίθιος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις