μπούφος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπούφος οι μπούφοι
      γενική του μπούφου των μπούφων
    αιτιατική τον μπούφο τους μπούφους
     κλητική μπούφε μπούφοι
2η κλητική ενικού: μπούφο
Παράρτημα

Ετυμολογία

μπούφος < μεσαιωνική ελληνική μποῦφος / βοῦφος < ιταλική bufo

Προφορά

ΔΦΑ : /ˈbu.fɔs/

Ουσιαστικό

Mπούφος

μπούφος αρσενικό

  1. (ορνιθολογία) είδος νυχτόβιου αρπακτικού πουλιού (Bubo bubo) που συγγενεύει με την κουκουβάγια. Είναι το μεγαλύτερο Ευρωπαϊκό νυχτόβιο πουλί, με ύψος που φτάνει τα 70 εκατοστά. Φωλιάζει σε τρύπες βράχων ή κουφάλες δέντρων και κυνηγάει το σούρουπο και την αυγή, θηλαστικά και πουλιά.
  2. (μεταφορικά) ο βλάκας, ο κουτός, ο χαζός, ο ηλίθιος
  3. (αργκό) το τρίχωμα των γυναικείων γεννητικών οργάνων

Συνώνυμα

Μεταφράσεις