βύας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈby.as/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βύας αρσενικό

Ἔτι τῶν νυκτερινῶν ἔνιοι γαμψώνυχές εἰσιν͵ οἷον νυκτικόραξ͵ γλαύξ͵ βύας. Ἔστι δ΄ ὁ βύας τὴν μὲν ἰδέαν ὅμοιος γλαυκί͵ τὸ δὲ μέγεθος ἀετοῦ οὐδὲν ἐλάττων. (Αριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 592b.8-10)

Συνώνυμα[επεξεργασία]