Μετάβαση στο περιεχόμενο

βύας

Από Βικιλεξικό
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται επιμέλεια και έλεγχο
Παρακαλούμε συμπληρώστε, τεκμηριώστε το λήμμα και βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι το λήμμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια του Βικιλεξικού.

Για έλεγχο. Χρονολόγηση τύπων. Sarri.greek  | 18:41, 8 Φεβρουαρίου 2023 (UTC).


Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βύᾱς οἱ βύαι
      γενική τοῦ βύου τῶν βυῶν
      δοτική τῷ βύ τοῖς βύαις
    αιτιατική τὸν βύᾱν τοὺς βύᾱς
     κλητική ! βύ βύαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βύ
γεν-δοτ τοῖν  βύαιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'νεανίας', Κατηγορία 'νεανίας' όπως «νεανίας» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βύας < (ηχομιμητική λέξη) λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βύας, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)

  • (πτηνό) ο μπούφος, μεταγενέστερος τύπος του βρύας (στον Αριστοτέλη)
      4ος πκε αιώνας Ἀριστοτέλης, Τῶν περὶ τὰ ζῷα ἱστοριῶν, 8, 592b
    Ἔτι τῶν νυκτερινῶν ἔνιοι γαμψώνυχές εἰσιν͵ οἷον νυκτικόραξ͵ γλαύξ͵ βύας. Ἔστι δ΄ ὁ βύας τὴν μὲν ἰδέαν ὅμοιος γλαυκί͵ τὸ δὲ μέγεθος ἀετοῦ οὐδὲν ἐλάττων.
    Ἔτι τῶν νυκτερινῶν ἔνιοι γαμψώνυχές εἰσιν, οἷον νυκτικόραξ, γλαύξ, βρύας. Ἔστι δ’ ὁ βρύας τὴν μὲν ἰδέαν ὅμοιος γλαυκί,τὸ δὲ μέγεθος ἀετοῦ οὐδὲν ἐλάττων. Τύπος: βρύας στο Aristotelis Opera, Volume 4. Bekker, Immanuel (Ed.) Oxford: Oxford University Press, 1837 @scaife.perseus
     συνώνυμα:  πτύγξ, ὑβρῐ́ς