cadre

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

cadre 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cadre cadres

cadre (fr) αρσενικό

  1. το κάδρο
  2. το πλαίσιο
  3. ο σκελετός του ποδηλάτου