κάδρο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | κάδρο | τα | κάδρα |
| γενική | του | κάδρου | των | κάδρων |
| αιτιατική | το | κάδρο | τα | κάδρα |
| κλητική | κάδρο | κάδρα | ||
| Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κάδρο ουδέτερο
- πλαίσιο γύρω από έναν καθρέφτη, πίνακα ζωγραφικής, κ.α.
- (κατ’ επέκταση) ο ίδιος ο πίνακας (ζωγραφικής)