αχυρώνας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αχυρώνας αχυρώνες
γενική αχυρώνα αχυρώνων
αιτιατική αχυρώνα αχυρώνες
κλητική αχυρώνα αχυρώνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αχυρώνας < ελληνιστική κοινή ἀχυρών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αχυρώνας αρσενικό (και αχερώνα, αχερώνας, αχυρώνα)

  1. κτίσμα που φυλάνε το άχυρο και μερικές φορές χρησιμοποιείται ταυτόχρονα σαν σταύλος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]