μπαλάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαλάκι μπαλάκια
γενική
αιτιατική μπαλάκι μπαλάκια
κλητική μπαλάκι μπαλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπαλάκι < μπάλα + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπαλάκι ουδέτερο

  1. μικρή μπάλα
  2. (μεταφορικά) το γκολ
    φάγαμε δύο μπαλάκια χτες.

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • πετάω το μπαλάκι (σε κάποιον): μεταθέτω τις ευθύνες που έχω (σε κάποιον άλλο)
  • κάνω μπαλάκι (κάποιον): (συνήθως σε τρίτο πρόσωπο στον πληθυντικό: κάνουν κάποιον μπαλάκι) λέγεται συνήθως για αρμόδιους οι οποίοι παραπέμπουν ένα άτομο σε άλλον αρμόδιο συνεχόμενα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]