pala

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pala (it)

  1. το φτυάρι
  2. τύπος σπαθιού
  3. οποιοδήποτε εργαλείο έχει μια πλατειά πλευρά και μοιάζει με φτυάρι.

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

pala < ιταλική pala

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pala (tr)



Φινλανδικά (fi) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

pala (fi)