Μετάβαση στο περιεχόμενο

εργαλείο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εργαλείο τα εργαλεία
      γενική του εργαλείου των εργαλείων
    αιτιατική το εργαλείο τα εργαλεία
     κλητική εργαλείο εργαλεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εργαλείο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργαλεῖον.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eɾ.ɣaˈli.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εργαλείο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εργαλείο ουδέτερο

  1. το αντικείμενο ειδικά σχεδιασμένο και κατασκευασμένο ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση μιας εργασίας
    παράδειγμα γεωργικά εργαλεία, τα εργαλεία του σιδηρουργού
      Ορισμένοι λίθοι με κοιλότητες που βρέθηκαν στη Δυτική Οικία ερμηνεύονται ως εργαλεία για τη στήριξη του άξονα του τοξοτρύπανου. Οι ολιγάριθμοι όμως οπείς από οψιανό της Δυτικής Οικίας δεν αντιστοιχούν στα χαρακτηριστικά συμπαγή λίθινα τέρετρα που εξόπλιζαν τα τρυπάνια ταχείας περιστροφής (τοξοτρύπανα ή τρυπάνια με ιμάντα), με τα οποία προτείνεται ότι σχετίζονται αυτοί οι λίθοι. (Αντίκλεια Μουνδρέα-Αγραφιώτη, Ακρωτήρι Θήρας: δυτική οικία : τράπεζες, λίθινα, μετάλλινα, ποικίλα, 2007, σελ. 172)
  2. (μεταφορικά) το απαραίτητο βοήθημα για την εκτέλεση μιας εργασίας
    παράδειγμα Το λεξικό αυτό θα είναι ένα πολύτιμο εργαλείο για τις καθημερινές σχολικές εργασίες του παιδιού σας.

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]