τερματοφύλακας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

τερματοφύλακας σε αγώνα χόκεϊ

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τερματοφύλακας < τέρμα (του τέρματος) + φύλακας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τερματοφύλακας αρσενικό

  • (αθλητισμός) σε διάφορα ομαδικά αθλήματα, παίκτης του οποίου ο ρόλος είναι να προφυλάγει ένα τέρμα προσπαθώντας να εμποδίσει την αντίπαλη ομάδα να βάλει γκολ

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]