ατερμάτιστος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ατερμάτιστος ατερμάτιστη ατερμάτιστο
γενική ατερμάτιστου ατερμάτιστης ατερμάτιστου
αιτιατική ατερμάτιστο ατερμάτιστη ατερμάτιστο
κλητική ατερμάτιστε ατερμάτιστη ατερμάτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ατερμάτιστοι ατερμάτιστες ατερμάτιστα
γενική ατερμάτιστων ατερμάτιστων ατερμάτιστων
αιτιατική ατερμάτιστους ατερμάτιστες ατερμάτιστα
κλητική ατερμάτιστοι ατερμάτιστες ατερμάτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατερμάτιστος < α- + τερματίζω + -τος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ατερμάτιστος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]