finish

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Finnish

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

finish (en)

  1. το τέλος
  2. προστατευτική επίστρωση σε ξύλινες ή μεταλλικές επιφάνειες, το τελείωμα

Ρήμα[επεξεργασία]

finish (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) τελειώνω
  2. παχαίνω ένα ζώο για να το σφάξω
  3. περνάω προστατευτική επίστρωση πάνω από μια επιφάνεια



Δανικά (da)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

finish (da)

  • τελείωμα, προστατευτική επίστρωση πάνω από μια επιφάνεια



Ολλανδικά (nl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ήχος 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

finish (nl) θηλυκό