δοκάρι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοκάρι δοκάρια
γενική δοκαριού δοκαριών
αιτιατική δοκάρι δοκάρια
κλητική δοκάρι δοκάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοκάρι < (μεσαιωνικός τύπος): δοκάριον < δοκός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοκάρι ουδέτερο

  1. στενό ξύλο και μακρύ για στέγες σπιτιών, πατώματος. Ο δοκός.

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]