βασικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βασικός η βασική το βασικό
      γενική του βασικού της βασικής του βασικού
    αιτιατική τον βασικό τη βασική το βασικό
     κλητική βασικέ βασική βασικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βασικοί οι βασικές τα βασικά
      γενική των βασικών των βασικών των βασικών
    αιτιατική τους βασικούς τις βασικές τα βασικά
     κλητική βασικοί βασικές βασικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασικός < βάση

Επίθετο[επεξεργασία]

βασικός, -ή, -ό

  1. θεμέλιος, πρωταρχικός
    η βασική ιδέα είναι...
  2. (χημεία) σχετικός με μία βάση, που έχει χαρακτηριστικά μιας βάσης
    ένα βασικό διάλυμα
  3. στοιχειώδης
    βλέπε και το ουσιαστικό βασικά

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]