βασικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βασικός βασική βασικό
γενική βασικού βασικής βασικού
αιτιατική βασικό βασική βασικό
κλητική βασικέ βασική βασικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βασικοί βασικές βασικά
γενική βασικών βασικών βασικών
αιτιατική βασικούς βασικές βασικά
κλητική βασικοί βασικές βασικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βασικός < βάση

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βασικός, -ή, -ό

  1. θεμέλιος, πρωταρχικός
    η βασική ιδέα είναι...
  2. (χημεία) σχετικός με μία βάση, που έχει χαρακτηριστικά μιας βάσης
    ένα βασικό διάλυμα
  3. στοιχειώδης
    βλέπε και το ουσιαστικό βασικά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]