πρωταρχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρωταρχικός πρωταρχική πρωταρχικό
γενική πρωταρχικού πρωταρχικής πρωταρχικού
αιτιατική πρωταρχικό πρωταρχική πρωταρχικό
κλητική πρωταρχικέ πρωταρχική πρωταρχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρωταρχικοί πρωταρχικές πρωταρχικά
γενική πρωταρχικών πρωταρχικών πρωταρχικών
αιτιατική πρωταρχικούς πρωταρχικές πρωταρχικά
κλητική πρωταρχικοί πρωταρχικές πρωταρχικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πρωταρχικός < πρώτος + αρχικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

πρωταρχικός, -ή, -ό

  1. που έχει την μεγαλύτερη αξία, τον κυριότερο ρόλο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]