primary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

primary (en)

  1. πρωταρχικός
  2. στοιχειώδης
  3. βασικός

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]