άλας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἅλας

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άλας άλατα
γενική άλατος αλάτων
αιτιατική άλας άλατα
κλητική άλας άλατα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

άλας < αρχαία ελληνική ἅλας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

άλας ουδέτερο, γενική: άλατος

  1. το αλάτι
  2. (χημεία) χημική ένωση που προκύπτει από αντίδραση οξέος με βάση

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]