βάσιμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βάσιμος βάσιμη βάσιμο
γενική βάσιμου βάσιμης βάσιμου
αιτιατική βάσιμο βάσιμη βάσιμο
κλητική βάσιμε βάσιμη βάσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βάσιμοι βάσιμες βάσιμα
γενική βάσιμων βάσιμων βάσιμων
αιτιατική βάσιμους βάσιμες βάσιμα
κλητική βάσιμοι βάσιμες βάσιμα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βάσιμος < βάσις + -ιμος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βάσιμος

  1. που στηρίζεται πάνω σε κάτι λογικό και πραγματικό, που μπορεί να υποστηρίζεται με επιχειρήματα ή με αναφορά σε υπαρκτά δεδομένα
    δεν ξέρω αν οι φόβοι μου για το μέλλον του προγράμματος είναι βάσιμοι

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]