Μετάβαση στο περιεχόμενο

αφίσα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αφίσα οι αφίσες
      γενική της αφίσας των αφισών
    αιτιατική την αφίσα τις αφίσες
     κλητική αφίσα αφίσες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
αφίσα του Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αφίσα < (άμεσο δάνειο) γαλλική affiche < afficher < λατινική affigere, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος affigo < ad + figo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰeygʷ (στερεώνω, κολλώ)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈfi.sa/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αφίσα θηλυκό

  1. φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή ειδικούς χώρους και με το οποίο γνωστοποιείται ή ανακοινώνεται κάτι δημόσια
  2. φύλλο χαρτιού (ή από άλλο υλικό) που κολλιέται σε τοίχους ή αναρτάται ως διακοσμητικό στοιχείο
    Το βλέμμα του καρφώνεται στην αφίσα .... Τρία ποτήρια με χρωματιστά υγρά και μια λεζάντα να διαφημίζει τους νέους, ασυναγώνιστους αντιοξειδωτικούς χυμούς του καταστήματος (Μαριαλένα Σεμιτέκολου, Ακουαρέλα, 2022)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]