Μετάβαση στο περιεχόμενο

poster

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
poster posters

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
poster < post + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

poster (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
poster posters

poster (fr) αρσενικό

poster (fr)

  1. τοποθετώ
  2. ταχυδρομώ
  3. αποστέλλω