βεβαίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βεβαίωση βεβαιώσεις
γενική βεβαίωσης
& βεβαιώσεως
βεβαιώσεων
αιτιατική βεβαίωση βεβαιώσεις
κλητική βεβαίωση βεβαιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βεβαίωση < βεβαίωσις < βεβαιώνω < βέβαιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βεβαίωση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος βεβαιώνει κάτι, διαβεβαίωση
  2. επίσημο έγγραφο με το οποίο συντάκτης βεβαιώνει κάτι
    ζήτησε μια βεβαίωση από τη σχολή του ότι είναι φοιτητής για φορολογική χρήση
  3. διαπιστωτική ενέργεια των αρμόδιων αρχών, επίσημη διαπίστωση
    η βεβαίωση της αγορανομικής παράβασης έγινε από τους αστυνομικούς της Αγορανομίας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]