επιβεβαίωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επιβεβαίωση οι επιβεβαιώσεις
      γενική της επιβεβαίωσης
& επιβεβαιώσεως
των επιβεβαιώσεων
    αιτιατική την επιβεβαίωση τις επιβεβαιώσεις
     κλητική επιβεβαίωση επιβεβαιώσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιβεβαίωση < επιβεβαίωσις< επί + βεβαίωσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιβεβαίωση θηλυκό

  1. η εκ νέου βεβαίωση, για λόγους ασφαλείας ή μετά την ύπαρξη αμφιβολιών
    χρειάζομαι επιβεβαίωση για την κράτηση του δωματίου στο ξενοδοχείο
  2. η απόδειξη ότι κάτι είναι αληθινό, επαλήθευση
    η επιτυχία αυτή ήταν η επιβεβαίωση των ελπίδων μας


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]