υπερθερμία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερθερμία υπερθερμίες
γενική υπερθερμίας υπερθερμιών
αιτιατική υπερθερμία υπερθερμίες
κλητική υπερθερμία υπερθερμίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερθερμία < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική hyperthermie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερθερμία θηλυκό

  • (ιατρική) θερμοκρασία σώματος αυξημένη πάνω από το φυσιολογικό εύρος· ασυνήθιστα υψηλός πυρετός iatronet.gr
    Στην περίπτωση της υπερθερμίας η αύξηση της θερμοκρασίας οφείλεται σε αδυναμία του οργανισμού να αποβάλει την περίσσεια θερμότητας όπως π.χ. στη θερμοπληξία, στον βαρύ υπερθυρεοειδισμό και έπειτα από λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων (παρεμπόδιση εφίδρωσης). onmed.gr

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]