εγκάρδιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

{δείτε|ἐγκάρδιος}}

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εγκάρδιος εγκάρδια εγκάρδιο
γενική εγκάρδιου εγκάρδιας εγκάρδιου
αιτιατική εγκάρδιο εγκάρδια εγκάρδιο
κλητική εγκάρδιε εγκάρδια εγκάρδιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εγκάρδιοι εγκάρδιες εγκάρδια
γενική εγκάρδιων εγκάρδιων εγκάρδιων
αιτιατική εγκάρδιους εγκάρδιες εγκάρδια
κλητική εγκάρδιοι εγκάρδιες εγκάρδια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εγκάρδιος < αρχαία ελληνική ἐγκάρδιος < ἐν + καρδία ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική cordial)

Επίθετο[επεξεργασία]

εγκάρδιος -α -ο

  • που γίνεται από καρδιάς, που εκφράζει θερμά συναισθήματα αγάπης και φιλίας
    σας στέλνω εγκάρδιους χαιρετισμούς

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]