ένθερμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ένθερμος ένθερμη ένθερμο
γενική ένθερμου ένθερμης ένθερμου
αιτιατική ένθερμο ένθερμη ένθερμο
κλητική ένθερμε ένθερμη ένθερμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ένθερμοι ένθερμες ένθερμα
γενική ένθερμων ένθερμων ένθερμων
αιτιατική ένθερμους ένθερμες ένθερμα
κλητική ένθερμοι ένθερμες ένθερμα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ένθερμος < αρχαία ελληνική ἔνθερμος < ἐν + θερμός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ένθερμος

  1. που πραγματώνεται με έντονο, εγκάρδιο και επιδοκιμαστικό τρόπο (για πράγματα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θερμός, εγκάρδιος
  2. που εκδηλώνεται με έντονο, εγκάρδιο και επιδοκιμαστικό τρόπο (για πρόσωπα)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: θερμός, φλογερός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]