Μετάβαση στο περιεχόμενο

burla

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
burla burle

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

burla (it) θηλυκό


Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
burla burlas

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

burla (es) θηλυκό