απαντώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

απαντώ < αρχαία ελληνική ἀπαντάω < ἀπό + ἀντάω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

απαντώ

  1. (αμετάβατο) δίνω απάντηση σε ερώτημα, αποκρίνομαι
    • «Η Ιωάννα δεν απάντησε, τηρώντας την απόφαση που είχε πάρει να μη μιλήσει καθόλου.» (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  2. (αμετάβατο) (μεταφορικά) φέρνω ένα αντεπιχείρημα σε διάλογο
    • Και τι απάντησε η πολιτική αγωγή στα επιχειρήματα του συνηγόρου;
  3. (αμετάβατο) (μεταφορικά) αντιδρώ σε κάτι
    • Κι εκείνος πώς απάντησε σε αυτή την πρόκληση;
  4. (μεταβατικό) συναντώ τυχαία
    • Τον απάντησα στο κέντρο, ενώ έψαχνα για ταξί
  5. (αμετάβατο) (στο γ' ενικό) απαντά ή απαντάται: συναντάται, εμφανίζεται, υπάρχει, πχ. για την εμφάνιση ενός στοιχείου συνήθως σε κείμενα ή σε κοινωνικές δραστηριότητες
    • Αυτός ο τύπος του ρήματος απαντά σε πολλά αρχαία κείμενα
    • Αυτή η λέξη δεν απαντάται
    • Έθιμο που απαντάται σε πολλές χώρες της νοτιανατολικής Ασίας
  6. (ιδιωματικό): εμποδίζω κάτι, σταματώ κάτι, κλείνω τον δρόμο σε κάποιον
    • Απάντα τον! (= σταμάτησέ τον!, κράτα τον!)
    • Απάντα μωρέ την ζούλα μην έμπει στο περβόλι

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Η απρόσωπη μορφή «απαντάται» στην παθητική φωνή χρησιμοποιείται καταχρηστικά αφού το ρήμα είχε από παλιά την παθητική διάθεση. Ίσως αυτό γίνεται για να είναι σαφής ο διαχωρισμός κατά τη χρήση του όταν υποδηλώνεται συνάντηση από όταν, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, υποδηλώνεται απόκριση σε ερώτημα.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]