Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπάρχω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ὑπάρχω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπάρχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπάρχω[1][2][3].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈpaɾ.xo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπάρχω
τονικό παρώνυμο: ύπαρχο

υπάρχω

  1. έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα
    παράδειγμα Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
  2. ζω
    παράδειγμα Σε άλλους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι;
  3. υφίσταμαι
    παράδειγμα Έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον.
  4. βρίσκομαι κάπου
    παράδειγμα Μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά;
  5. (στον αόριστο, με κατηγορούμενο) διατελώ, είμαι
    παράδειγμα Ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου.
  6. έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό
    παράδειγμα Το παρελθόν δεν υπάρχει πια για μένα.

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. υπάρχω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. υπάρχω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  3. υπάρχω -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)