υπάρχω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπάρχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπάρχω[1][2][3].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈpaɾ.xo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πάρ‐χω
- τονικό παρώνυμο: ύπαρχο
Ρήμα
[επεξεργασία]υπάρχω
- έχω υπόσταση, συνιστώ μια οντότητα
Σκέφτομαι, άρα υπάρχω.
- ζω
Σε άλλους πλανήτες υπάρχουν άνθρωποι;
- υφίσταμαι
Έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον.
- βρίσκομαι κάπου
Μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά;
- (στον αόριστο, με κατηγορούμενο) διατελώ, είμαι
Ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου.
- έχω αξία για κάποιον, είμαι κάτι σημαντικό
Το παρελθόν δεν υπάρχει πια για μένα.
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- δεν υπάρχει : χρησιμοποιείται αυτόνομα για να εκφράσει το ακραίο ή το εξωπραγματικό
- δεν υπάρχει περίπτωση : με κανένα τρόπο, αποκλείεται
- υπάρχει τρόπος : γίνεται, είναι δυνατόν
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπάρχω | υπήρχα | θα υπάρχω | να υπάρχω | υπάρχοντας | |
| β' ενικ. | υπάρχεις | υπήρχες | θα υπάρχεις | να υπάρχεις | ||
| γ' ενικ. | υπάρχει | υπήρχε | θα υπάρχει | να υπάρχει | ||
| α' πληθ. | υπάρχουμε | υπήρχαμε | θα υπάρχουμε | να υπάρχουμε | ||
| β' πληθ. | υπάρχετε | υπήρχατε | θα υπάρχετε | να υπάρχετε | ||
| γ' πληθ. | υπάρχουν(ε) | υπήρχαν υπήρχαν(ε) |
θα υπάρχουν(ε) | να υπάρχουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπήρξα | θα υπάρξω | να υπάρξω | υπάρξει | ||
| β' ενικ. | υπήρξες | θα υπάρξεις | να υπάρξεις | ύπαρξε | ||
| γ' ενικ. | υπήρξε | θα υπάρξει | να υπάρξει | |||
| α' πληθ. | υπήρξαμε | θα υπάρξουμε | να υπάρξουμε | |||
| β' πληθ. | υπήρξατε | θα υπάρξετε | να υπάρξετε | υπάρξτε | ||
| γ' πληθ. | υπήρξαν υπήρξαν(ε) |
θα υπάρξουν(ε) | να υπάρξουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπάρξει | είχα υπάρξει | θα έχω υπάρξει | να έχω υπάρξει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπάρξει | είχες υπάρξει | θα έχεις υπάρξει | να έχεις υπάρξει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπάρξει | είχε υπάρξει | θα έχει υπάρξει | να έχει υπάρξει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπάρξει | είχαμε υπάρξει | θα έχουμε υπάρξει | να έχουμε υπάρξει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπάρξει | είχατε υπάρξει | θα έχετε υπάρξει | να έχετε υπάρξει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπάρξει | είχαν υπάρξει | θα έχουν υπάρξει | να έχουν υπάρξει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπάρχω
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υπάρχω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ υπάρχω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ υπάρχω - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Τονικά παρώνυμα (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)