υπόσταση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπόσταση < αρχαία ελληνική ὑπόστασις < ὑφίστημι / ὑφίσταμαι < ὑπό + ἵστημι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπόσταση θηλυκό

  1. ύπαρξη, τρόπος ύπαρξης
    Για να αποκτήσει ένας σύλλογος νομική υπόσταση, πρέπει να εγκριθεί το καταστατικό του από το Πρωτοδικείο.
  2. βάση, λογικό στήριγμα, λογική, βασιμότητα
    Αυτά τα λόγια είναι φήμες χωρίς υπόσταση.
  3. (θρησκεία) το καθένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]