σκώπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκώπτω < αβέβαιης ετυμολογιας, ή από το σκώψ (τον μπούφο), ή από το σκάπτω, ή από την σκοπή / το σκέπτομαι

Ρήμα[επεξεργασία]

σκώπτω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]