γελοιοποιώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γελοιοποιώ < γελοίος + ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γελοιοποιώ

  1. κάνω κάποιον ή κάτι να φαίνεται γελοίος
    η απόδραση του επικίνδυνου κακοποιού γελοιοποίησε τα μέτρα ασφαλείας
  2. κάνω κάτι να φαίνεται λιγότερο σοβαρό απ' ό,τι είναι, προσπαθώ να διασκεδάσω τις εντυπώσεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]