βιβάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιβάζω < → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Ρήμα[επεξεργασία]

βιβάζω

  1. κάνω κάποιον ν’ ανέβει, να καβαλικέψει
  2. σηκώνω, υψώνω
  3. (για ζώα) βατεύω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • (Χρειάζεται επεξεργασία)

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • Για νεοελληνικά σύνθετα του αρχαίου βιβάζω → δείτε βάζω

Πηγές[επεξεργασία]