συμβιβάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβιβάζω < αρχαία ελληνική συμβιβάζω < σύν + βιβάζω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική compromise[1] [2])

Ρήμα[επεξεργασία]

συμβιβάζω (παθητική φωνή: συμβιβάζομαι)

  1. συμβάλλω στη μείωση ή εξάλειψη των διαφορών δύο μερών με διάφορους τρόπους
     συνώνυμα: συμφιλιώνω, συνδιαλλάσσω
  2. ταιριάζω μεταξύ τους πράγματα ή καταστάσεις εν μέρει ασύμβατα, αντικρουόμενα ή και αντίθετα
     συνώνυμα: συνταιριάζω, συνδυάζω

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

  1. «συμβιβάζω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.