συμβιβάζομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβιβάζομαι < παθητική φωνή του ρήματος συμβιβάζω < αρχαία ελληνική συμβιβάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

συμβιβάζομαι

  1. ταιριάζω με κάτι, είμαι συμβατός με κάτι, συνάδω
    η ιδιότητα του βουλευτή δεν συμβιβάζεται με την άσκηση επαγγέλματος
  2. υποχωρώ σε κάποια σημεία μιας διαπραγμάτευσης ώστε να πετύχω μια συμφωνία με αντίδικο ή αντίπαλο
  3. (αρνητικά) παραιτούμαι από τις προσωπικές μου διεκδικήσεις, υποχωρώ από τις θέσεις μου ή εγκαταλείπω τις ηθικές μου αξίες και δέχομαι να προσαρμοστώ σε μια υπάρχουσα κατάσταση, χάνοντας συγχρόνως την αγωνιστικότητά μου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]