διεκδίκηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διεκδίκηση | οι | διεκδικήσεις |
| γενική | της | διεκδίκησης* | των | διεκδικήσεων |
| αιτιατική | τη | διεκδίκηση | τις | διεκδικήσεις |
| κλητική | διεκδίκηση | διεκδικήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, διεκδικήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διεκδίκηση θηλυκό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του διεκδικώ
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διεκδίκηση
Πηγές
[επεξεργασία]- διεκδίκηση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- διεκδίκηση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)