προσαρμόζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρμόζω < αρχαία ελληνική προσαρμόζω < πρός + ἁρμόζω < ἁρμός < ἀραρίσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί) (2. σημασιολογικό δάνειο από γαλλική adapter)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.saɾ.ˈmɔ.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσαρμόζω (παθητική φωνή: προσαρμόζομαι)

  1. στερεώνω κάτι σε κάτι άλλο, τα ταιριάζω μεταξύ τους και τα συνδέω
  2. αλλάζω κάτι ή το τροποποιώ, ώστε να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]