προσαρμόζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

προσαρμόζω < (λόγιο) < αρχαία ελληνική προσαρμόζω < πρός + ἁρμόζω < ἁρμός < ἀραρίσκω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *h₂er- (συνδέω, ταιριάζω, τοποθετώ μαζί). Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + αρμόζω
τροποποιώ < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική adapter[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /pɾɔ.saɾˈmɔ.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

προσαρμόζω, αόρ.: προσάρμοσα, παθ.φωνή: προσαρμόζομαι, π.αόρ.: προσαρμόστηκα, μτχ.π.π.: προσαρμοσμένος

  1. στερεώνω κάτι σε κάτι άλλο, τα ταιριάζω μεταξύ τους και τα συνδέω
  2. αλλάζω κάτι ή το τροποποιώ, ώστε να ταιριάζει ή να συμφωνεί με κάτι άλλο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]