αναπροσαρμοσμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναπροσαρμοσμένος αναπροσαρμοσμένη αναπροσαρμοσμένο
γενική αναπροσαρμοσμένου αναπροσαρμοσμένης αναπροσαρμοσμένου
αιτιατική αναπροσαρμοσμένο αναπροσαρμοσμένη αναπροσαρμοσμένο
κλητική αναπροσαρμοσμένε αναπροσαρμοσμένη αναπροσαρμοσμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναπροσαρμοσμένοι αναπροσαρμοσμένες αναπροσαρμοσμένα
γενική αναπροσαρμοσμένων αναπροσαρμοσμένων αναπροσαρμοσμένων
αιτιατική αναπροσαρμοσμένους αναπροσαρμοσμένες αναπροσαρμοσμένα
κλητική αναπροσαρμοσμένοι αναπροσαρμοσμένες αναπροσαρμοσμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναπροσαρμοσμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναπροσαρμόζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναπροσαρμοσμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναπροσαρμόζω


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]