tailor

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
tailor tailors

tailor (en)

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας tailor
γ΄ ενικό ενεστώτα tailors
αόριστος tailored
παθητική μετοχή tailored
ενεργητική μετοχή tailoring

tailor (en)

Πηγές[επεξεργασία]