συμβιβαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συμβιβαστικός συμβιβαστική συμβιβαστικό
γενική συμβιβαστικού συμβιβαστικής συμβιβαστικού
αιτιατική συμβιβαστικό συμβιβαστική συμβιβαστικό
κλητική συμβιβαστικέ συμβιβαστική συμβιβαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συμβιβαστικοί συμβιβαστικές συμβιβαστικά
γενική συμβιβαστικών συμβιβαστικών συμβιβαστικών
αιτιατική συμβιβαστικούς συμβιβαστικές συμβιβαστικά
κλητική συμβιβαστικοί συμβιβαστικές συμβιβαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμβιβαστικός < (λόγιο) < ελληνιστική κοινή συμβιβαστικός (αυτός που συμφιλιώνει)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /siɱ.vi.va.sti.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συμβιβαστικός, -ή, -ό

  1. που τείνει προς το συμβιβασμό
  2. που περιέχει ή αποσκοπεί στο συμβιβασμό
    μια συμβιβαστική πρόταση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]