Μετάβαση στο περιεχόμενο

εξάγω

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : ἐξάγω

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εξάγω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐξάγω. Μορφολογικά αναλύεται σε εξ- + άγω

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈksa.ɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός : ε‐ξά‐γω
παλιότερος συλλαβισμός : εξ‐ά‐γω

εξάγω, πρτ.: εξήγα, αόρ.: εξήγαγα, εξαρτ.: εξαγάγω, παθ.φωνή: εξάγομαι, μτχ.π.ε.: εξαγόμενος, π.αόρ.: εξήχθη3, π.εξαρτ.: εξαχθώ, μτχ.π.π.: εξηγμένος

  1. βγάζω έξω από κάτι
  2. βγάζω έξω από τη χώρα (προϊόντα)
    παράδειγμα  Η επιχείρηση αυτή εξάγει μπανάνες.
    ≠ αντώνυμα:  εισάγω
  3. βγάζω, καταλήγω σε ένα αποτέλεσμα με λογικούς συλλογισμούς ή μαθηματικές πράξεις

Συγγενικά

[επεξεργασία]

με το -εξάγω

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]