critique

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

critique (en)



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kʁi.tik/
critique 

Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
critique critiques

critique (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. κριτικός
  2. οριακός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

critique (fr)

  1. (θηλυκό) η κριτική
  2. (αρσενικό ή θηλυκό) ο,η κριτικός