κριτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κρητικός, Κρητικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κριτικός κριτικοί
γενική κριτικού κριτικών
αιτιατική κριτικό κριτικούς
κλητική κριτικέ κριτικοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κριτικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κριτικός -ή -ό

κριτικό κείμενο
  • που έχει την ικανότητα να κρίνει, να αξιολογεί
κριτική ικανότητα, κριτική στάση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κριτικός αρσενικό

  • που κρίνει, που αξιολογεί, ιδίως έργα τέχνης, βιβλία ή κινηματογραφικά έργα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]