ανεπιφύλακτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανεπιφύλακτα < ανεπιφύλακτος
ανεπιφυλάκτως: (καθαρεύουσα)
Η λέξη μαρτυρείται από το 1888

Επίρρημα[επεξεργασία]

ανεπιφύλακτα (τροπικό)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]