κανονικοποίηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κανονικοποίηση οι κανονικοποιήσεις
      γενική της κανονικοποίησης
κανονικοποιήσεως*
των κανονικοποιήσεων
    αιτιατική την κανονικοποίηση τις κανονικοποιήσεις
     κλητική κανονικοποίηση κανονικοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανονικοποίηση < κανονικός + -ο- + -ποίηση

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανονικοποίηση θηλυκό

  1. η διαδικασία με την οποία κάτι γίνεται περισσότερο κανονικό, υπακούοντας σε κάποιους κανόνες
  2. (βάσεις δεδομένων) η διαδικασία της κατάτμησης των δεδομένων σε ομάδες εγγραφών (πίνακες), ώστε να γίνει η διαχείρισή τους ευκολότερη, πιο αξιόπιστη και να μην υπάρχει πλεονασμός δεδομένων
    στα τελευταία στάδια της κανονικοποίησης των οντοτήτων καταλήγουμε πάντα σε σχέσεις πολλά προς ένα[1]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Υπώνυμα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 6.2. ΚΑΝΟΝΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΒΑΣΕΙΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, Εφαρμογές Λογισμικού - Βιβλίο Μαθητή, Γ' τάξης της Τεχνολογικής Κατεύθυνσης του Ενιαίου Λυκείου. Προσπέλαση 2020-01-31